Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σε παροπλισμό
- απόδοση: κατάσταση κατά την οποία πλοίο παραμένει αγκυροβολημένο μακράν της ενεργού δράσης στερούμενο εξοπλισμού συντηρούμενο από ελάχιστο πλήρωμα
- θεματολογία: ‘ Περί Όπλων & Οι Υπό Τα Όπλα ’
με υπουργική απόφαση πεπαλαιωμένα σκάφη του στόλου ετέθησαν λ





