Επικοινωνία

Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.

  • Αποστολή


Το μήνυμά σας εστάλη με επιτυχία!!
 
 
πολιορκητικός κριός
  • απόδοση: πολιορκητική μηχανή της αρχαιότητος κατάλληλη για καθαίρεση τειχών ή πυλών επ’ αυτών
  • θεματολογία: ‘ Περί Όπλων & Οι Υπό Τα Όπλα ’

τον απείλησε με το τέχνασμα του πολιορκητικού κριού
τον χρησιμοποιεί ως πολιορκητικό κριό για την εκπόρθηση της εν λόγω κυρίας
‘ Περί Όπλων & Οι Υπό Τα Όπλα ’
«2»
‘ Περί Όπλων & Οι Υπό Τα Όπλα ’
«5»
‘ Περί Όπλων & Οι Υπό Τα Όπλα ’
«7»
‘ Περί Όπλων & Οι Υπό Τα Όπλα ’
«9»
‘ Περί Όπλων & Οι Υπό Τα Όπλα ’
«14»
‘ Περί Όπλων & Οι Υπό Τα Όπλα ’
«17»
‘ Περί Όπλων & Οι Υπό Τα Όπλα ’
«18»
‘ Περί Όπλων & Οι Υπό Τα Όπλα ’
«20»
‘ Περί Όπλων & Οι Υπό Τα Όπλα ’
«21»
‘ Περί Όπλων & Οι Υπό Τα Όπλα ’
«27»
πολιορκητικός κριός
    «28»