Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πολιορκητικός κριός
- απόδοση: πολιορκητική μηχανή της αρχαιότητος κατάλληλη για καθαίρεση τειχών ή πυλών επ’ αυτών
- θεματολογία: ‘ Περί Όπλων & Οι Υπό Τα Όπλα ’
τον απείλησε με το τέχνασμα του πολιορκητικού κριού
τον χρησιμοποιεί ως πολιορκητικό κριό για την εκπόρθηση της εν λόγω κυρίας





