Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πολεμικό μένος
- απόδοση: έντονη διάθεση για πολεμική δράση
- θεματολογία: ‘ Περί Όπλων & Οι Υπό Τα Όπλα ’
οι Ιταλοί απόλαυσαν κατά το παρελθόν το πολεμικό μένος των Ελλήνων





