Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δυνάμεις καταστολής
- απόδοση: οι στρατιωτικές ή αστυνομικές δυνάμεις που αναλαμβάνουν τον έλεγχο εκρηκτικής καταστάσεως
- θεματολογία: ‘ Περί Όπλων & Οι Υπό Τα Όπλα ’
οι λ έλαβαν εντολή βίαιης διάλυσης της ομολογουμένως πολυπληθέστατης συγκέντρωσης διαμαρτυρίας





