Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αιχμάλωτος πολέμου
- απόδοση: ο συλλαμβανόμενος από αντίπαλο ή παραδοθείς σε αυτόν
- θεματολογία: ‘ Περί Όπλων & Οι Υπό Τα Όπλα ’
κατά τον β' παγκ. πόλεμο κρατήθηκε σε γερμανικές φυλακές ως λ
υπήρξε λ της ελληνο-ιταλικής συρράξεως





