Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπερχειλίζουσα έκσταση
- απόδοση: κατάσταση κατά την οποία το πνεύμα ξεχειλίζει απορροφημένο από ισχυρή εντύπωση θαυμασμού ή κατάπληξης
- θεματολογία: ‘ Περί Κυρίαρχων Αισθήσεων & Αισθημάτων ’
η ανάγνωση ποιημάτων του προσφέρει κατάσταση υπερχειλίζουσας έκστασης





