Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περιορισμένη ζωή > πελατεία > εμβέλεια
- απόδοση: που είναι στερημένη & φτωχή
- θεματολογία: ‘ Περί Κυρίαρχων Αισθήσεων & Αισθημάτων ’
διαθέτει περιορισμένη πελατεία με αποτέλεσμα να φυτοζωεί
λόγω οικονομικής στενότητος έκαμνε περιορισμένη ζωή





