Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επαυξάνουσα κόπωση
- απόδοση: που είναι αυξημένη κατά πολύ
- θεματολογία: ‘ Περί Κυρίαρχων Αισθήσεων & Αισθημάτων ’
τελευταία τον βαρύνει σωματικά λ
τελευταία τον βαρύνει σωματικά λ

