Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αισθητική σύγχυση
- απόδοση: κατάσταση ή επιλογή οφειλόμενη σε έλλειψη αισθητικού κριτηρίου
- θεματολογία: ‘ Περί Κυρίαρχων Αισθήσεων & Αισθημάτων ’
επέλεξε ως σύζυγο την κατά κοινή ομολογία τερατώδη συμβία του λόγω αισθητικής σύγχυσης





