Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
χρήσιμος άνθρωπος
- απόδοση: που δύναται να εξυπηρετήσει σκοπό ή ανάγκη / που η δραστηριότητά του ωφελεί άλλον
- θεματολογία: ‘ Πολυτυπία Χαρακτήρων & Ψυχισμών ’
επιδιώκει την μετ΄ αυτού συναναστροφή διότι τον θεωρεί χρήσιμο άνθρωπο





