Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περιθωριακό άτομο
- απόδοση: που κινείται στο περιθώριο των πλαισίων του κοινωνικού συνόλου / που ζει στο περιθώριο της ζωής
- θεματολογία: ‘ Πολυτυπία Χαρακτήρων & Ψυχισμών ’





