Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αξιοπερίεργο ον > άτομο > πλάσμα > φαινόμενο
- απόδοση: που προκαλεί την περιέργεια των άλλων / που το βρίσκουν ασυνήθιστο
- θεματολογία: ‘ Πολυτυπία Χαρακτήρων & Ψυχισμών ’





