Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αντισυμβατικός τύπος
- απόδοση: που εκφράζει πρωτοτυπία
- αντίθετο: συμβατικός
- θεματολογία: ‘ Πολυτυπία Χαρακτήρων & Ψυχισμών ’
κυκλοφορεί με ποδήλατο παρουσιάζοντας εικόνα αντισυμβατικού τύπου





