Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φερέγγυο πρόσωπο
- απόδοση: που παρέχει εγγύηση / αξιόχρεος
- αντίθετο: αφερέγγυο
- θεματολογία: ‘ Πολυτυπία Χαρακτήρων & Ψυχισμών ’
κάθε τράπεζα του προσφέρει προθύμως το αιτηθέν ποσό χορηγήσεως διότι από άπασες θεωρείται λ





