Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ταραχοποιό στοιχείο
- απόδοση: που προκαλεί ταραχές, ο ταραξίας
- θεματολογία: ‘ Πολυτυπία Χαρακτήρων & Ψυχισμών ’
τα εναπομείναντα ταραχοποιά στοιχεία βρήκαν ως είθισται καταφύγιο στη Νομική Σχολή





