Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
βλάσφημο άτομο
- απόδοση: που βρίζει τα θεία / που αρέσκεται σε ύβρεις & διανθίζει το λεξιλόγιό του με χυδαίες λέξεις ή φράσεις
- θεματολογία: ‘ Πολυτυπία Χαρακτήρων & Ψυχισμών ’





