Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
λιγόψυχο άτομο
- απόδοση: το στερούμενο του απαραίτητου θάρρους / που δεν διαθέτει το απαιτούμενο κουράγιο για την αντιμετώπιση δυσκολιών
- θεματολογία: ‘ Πολυτυπία Χαρακτήρων & Ψυχισμών ’





