Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απροσάρμοστο παιδί
- απόδοση: που δυσκολεύεται να προσαρμοσθεί στο περιβάλλον εξ αιτίας σωματικής ή νοητικής αναπηρίας
- θεματολογία: ‘ Πολυτυπία Χαρακτήρων & Ψυχισμών ’
εκπαιδεύεται σε σχολείο ειδικό για απροσάρμοστα παιδιά





