Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
οικιακή βοηθός
- απόδοση: η γυναίκα η οποία έναντι αμοιβής εξυπηρετεί οικιακές ανάγκες / η υπηρέτρια
- θεματολογία: ‘ Ιδιότητες & Επαγγέλματα ’
από ετών το σπίτι υπηρετεί λ





