Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εθελουσία έξοδος
- απόδοση: αποχώρηση από ενεργό υπηρεσία
- αντίθετο: αναγκαστική / υποχρεωτική
- θεματολογία: ‘ Ιδιότητες & Επαγγέλματα ’
συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα κάνοντας χρήση του μέτρου της εθελουσίας εξόδου





