Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ατσαλάκωτος συνοδός
- απόδοση: ο σωματοφύλακας με τη χαρακτηριστική ατσαλάκωτη ένδυση
- θεματολογία: ‘ Ιδιότητες & Επαγγέλματα ’
ευρισκόμεθα υπό το απλανές βλέμμα ατσαλάκωτων συνοδών





