Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εμπορικός αντιπρόσωπος
- απόδοση: που αντιπροσωπεύει οικονομική επιχείρηση σε ορισμένη περιοχή
- θεματολογία: ‘ Ιδιότητες & Επαγγέλματα ’
διετέλεσε λ της Ωmega εν Ελλάδι & Κύπρο
εκπροσωπεί ως λ Αττικής την εν λόγω εταιρεία
επίσημος λ Βορείου Ελλάδος γνωστής εταιρείας ελαστικών





