Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αδειούχος εγκαταστάτης
- απόδοση: που εγκαθιστά ηλεκτρικό δίκτυο φυσικό αέριο ανελκυστήρα & κάθε τι για το οποίο απαιτείται άδεια εγκαταστάτη από το αρμόδιο υπουργείο
- θεματολογία: ‘ Ιδιότητες & Επαγγέλματα ’





