Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ποιητική αδεία
- απόδοση: για κάτι που λέγεται με την ελευθερία έκφρασης που παρέχει ο ποιητικός λόγος / με ελεύθερη απόδοση
- θεματολογία: ‘ Έναρθρος Λόγος ’
απέδωσε τη λέξη λ
εκφράσθηκε καθ΄ υπερβολήν λ όπως το συνηθίζει άλλωστε





